Προσωποκεντρικός Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην Προσωποκεντρική Συμβουλευτική, που παρέχει το Κέντρο ΥΠΑΡΞΗ είναι σχεδιασμένο σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Carl Rogers και απόλυτα εναρμονισμένο με τις προδιαγραφές της Ελληνικής Εταιρείας Συμβουλευτικής (Ε.Ε.Σ). Το πρόγραμμα είναι δομημένο σε τρείς βασικούς άξονες : την προσωπική ανάπτυξη, την εκπαίδευση σε δεξιότητες επικοινωνίας και δημιουργίας μιας συμβουλευτικής σχέσης και τη θεωρία.

Η Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής αναγνωρίζει ως επαρκή εκπαίδευση στη Συμβουλευτική, την εκπαίδευση σε ένα Ενιαίο συγκεκριμένο πρόγραμμα που περιλαμβάνει (α) κορμό-εισαγωγή στη Συμβουλευτική, σε βασικές δεξιότητες, στο πλαίσιο, την λειτουργία, την δεοντολογία και (β) μια βιβλιογραφικά τεκμηριωμένη προσέγγιση. Η διάρκεια εκπαίδευσης απαιτείται να είναι τουλάχιστον 3 ακαδημαϊκά έτη και δεν μπορεί να διαρκεί περισσότερο από 6 έτη.

Απευθύνεται σε απόφοιτους Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του Συμβούλου Ψυχικής Υγείας είτε σε επαγγελματίες, που επιθυμούν να γνωρίσουν σε βάθος την Προσωποκεντρική Προσέγγιση.

Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών τους οι εκπαιδευόμενοι αποκτούν τον τίτλο του «Συμβούλου Ψυχικής Υγείας», μπορούν να εγγραφούν στην Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής (Ε.Ε.Σ), στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία Συμβουλευτικής (E.A.C) και στην Ελληνική Προσωποκεντρική και Βιωματική Εταιρία (Ε.Π.Β.Ε). Όσοι επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του Συμβούλου Ψυχικής Υγείας μπορούν να κάνουν έναρξη στην εφορία (Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας : «Δραστηριότητες σχετικές με την ανθρώπινη υγεία και κοινωνική μέριμνα, Υπηρεσίες Συμβούλου Ψυχικής Υγείας) καθώς επίσης και στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο.

Οι εκπαιδευόμενοι υποχρεούνται να ολοκληρώσουν με επιτυχία κύκλο σπουδών διάρκειας τριών (3) ενιαίων ακαδημαϊκών ετών. Η εκπαίδευση γίνεται σε πέντε επίπεδα:

  • Θεωρητικό επίπεδο
  • Βιωματικό επίπεδο
  • Εργαστηριακό επίπεδο
  • Ερευνητικό επίπεδο
  • Πρακτικό επίπεδο

Κατανεμημένα σε:

Εισαγωγή στη Συμβουλευτική (κοινός κορμός):             100 ώρες

Εκπαίδευση στην Προσωποκεντρική Προσέγγιση :      600 ώρες

 

Εκπαιδεύτριες

Ρουμπίνη Βασιλοπούλου
Βίβιαν Σαχπάζη

Εκπαιδευόμενες εκπαιδεύτριες

Εβελυν Αγγελοπούλου, Μαρία Σκαμπά,
Λουσιρένα Τσατσά, Μαριλού Χατζησκουλή,

Γιάννης Ντόσκας

Εναρξη:
Σεπτέμβριος 2022

Κόστος: 2000€ ανά έτος ( σε 10 δόσεις)
Προεξόφληση: 1500€

(για εγγραφές μέχρι 30 Ιουνίου 2022 έκπτωση 15%)

ΠΡΟΣΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Ο Carl Rogers μιλούσε για «μη-κατευθυντική συμβουλευτική» και στη συνέχεια περιέγραψε την προσέγγιση σαν «Πελατοκεντρική» βάζοντας στο κέντρο τον φαινομενολογικό κόσμο του πελάτη και τονίζοντας την ανάγκη ο σύμβουλος να είναι πλήρως εναρμονισμένος με την εμπειρία και την πραγματικότητα, όπως τη βιώνει ο πελάτης. Την μετονόμασε αργότερα σε Προσωποκεντρική, θέλοντας να δώσει έμφαση στην σχέση συμβούλου και πελάτη, που προϋποθέτει την «συνάντηση» δύο προσώπων.

Διαμόρφωσε την άποψή του για το «πλήρες λειτουργικό άτομο» καθώς και την θεωρία του συνολικά από την εμπειρία του ως θεραπευτής. Παρόλο που η θεωρία προσωπικότητας ακολούθησε τη θεωρία θεραπείας, είναι αλληλένδετες καθώς η μια συμπληρώνει την άλλη.

Η θεωρία προσωπικότητας βασίζεται τόσο στην φαινομενολογική όσο και στην υπαρξιστική φιλοσοφική άποψη. Από την μεν πρώτη ο C. Rogers υιοθέτησε την υποκειμενική πραγματικότητα, από τη δε δεύτερη την ικανότητα του ατόμου να καθορίζει το πεπρωμένο του στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του.

Ο οργανισμός του ανθρώπου υποκινείται από μια και μοναδική «κινητήρια δύναμη» την τάση πραγμάτωσης, η οποία είναι μια εγγενής οργανισμική τάση και δραστηριοποιεί τον οργανισμό προς την επιβίωση, τη διαφοροποίησή του και την κατά το μέγιστο αξιοποίηση των εγγενών δυνατοτήτων του. Ο οργανισμός μέσω της τάσης πραγμάτωσης επιδιώκει διαφοροποίηση, ικανοποίηση αναγκών, ανάπτυξη, εξέλιξη και ένταξη. Εμπιστεύεται επομένως την ικανότητα του ανθρώπου για ανάπτυξη και αλλαγή αφού μάλιστα κάνει λόγο για τη «σοφία του οργανισμού» θεωρώντας δεδομένη τη θετική και αισιόδοξη ανθρώπινη φύση. Η διαρκής διεργασία, κατά την οποία οι εμπειρίες αξιολογούνται ανάλογα με το αν και κατά πόσο ικανοποιούν τις οργανισμικές ανάγκες, όπως τις βιώνει ο οργανισμός κάθε στιγμή, είναι η οργανισμική διαδικασία αξιολόγησης.

Η έννοια του εαυτού αποτελεί μια από τις βασικές παραμέτρους της θεωρίας προσωπικότητας. Ορίζεται ως το κομμάτι εκείνο του αντιληπτικού πεδίου που διαφοροποιείται και αναγνωρίζεται ως «εγώ» ή «εμένα». Αποτελεί το μέρος του οργανισμού που αναφέρεται στη συνειδητοποίηση της ύπαρξης και της λειτουργικότητας του. Ο ίδιος ορίζει τον εαυτό «ως σταθερά οργανωμένο εννοιολογικό σύνολο, που αποτελείται από τις αντιλήψεις του ατόμου και για τις σχέσεις του «εγώ» ή του «εμένα» με τους άλλους και τις ποικίλες πλευρές της ζωής καθώς και τις αξίες που σχετίζονται με αυτές τις αντιλήψεις. Η έννοια του εαυτού είναι ταυτόσημη με αυτή της αυτοαντίληψης και της αυτό-εικόνας του ατόμου, η οποία δομείται ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον και τους σημαντικούς άλλους.

Πρωταρχική ανάγκη του εαυτού είναι αυτή για θετική αναγνώριση. Όπως για τον οργανισμό κινητήρια δύναμη είναι η τάση πραγμάτωσης έτσι και για τον εαυτό κινητήρια δύναμη είναι η τάση αυτοπραγμάτωσης. Στην πρώτη περίπτωση καθοδηγητικό ρόλο έχει η οργανισμική αξιολογητική διαδικασία ενώ στην δεύτερη η ανάγκη για θετική αναγνώριση από το περιβάλλον. Ωστόσο η θετική αναγνώριση προσφέρεται συχνά με προϋποθέσεις που θέτει το περιβάλλον και κυρίως οι σημαντικοί άλλοι. Τις προϋποθέσεις αυτές ο C. Rogers ονόμασε «όρους αξίας» και είναι αυτοί, που επηρεάζουν την αυτό-εικόνα και περιορίζουν τη συμβολοποίηση εμπειριών που δεν ταιριάζουν με αυτούς. Η υιοθέτηση ενδοβολημένων όρων αξίας μεταφέρει το κέντρο αξιολόγησης του ατόμου από το εσωτερικό του σε μια εξωτερική εστία αξιολόγησης.

Ουσιαστικά ο εαυτός εσωτερικεύει όρους αξίας τρίτων σαν να είναι δικές του, σαν να καταλήγει σε αυτές ελεύθερα και ανεξάρτητα. Με αυτόν τον τρόπο η ανάγκη για θετική αναγνώριση οδηγεί στην αποδοχή και υιοθέτηση όρων αξίας που οδηγούν σε κατεύθυνση αντίθετη με την οργανισμική τάση πραγμάτωσης του ατόμου. Αυτή η ασυμβατότητα της τάσης πραγμάτωσης με την τάση αυτοπραγμάτωσης επιφέρει ψυχολογική δυσπροσαρμογή στο άτομο και συνοδεύεται από ένταση και εσωτερική σύγχυση. Σε αυτή την περίπτωση ο εαυτός στην προσπάθειά του να προστατεύσει και να διατηρήσει την αυτό-εικόνα του καταφεύγει σε αμυντικές συμπεριφορές, διαστρεβλώσεις και αρνήσεις και υιοθετεί μια άκαμπτη στάση.

Όταν η τάση πραγμάτωσης συμπορεύεται με την τάση αυτοπραγμάτωσης, υπάρχει συμφωνία οργανισμικής εμπειρίας και αυτό-εικόνας, οπότε το άτομο είναι ανοικτό σε νέες εμπειρίες και αντιλαμβάνεται τη ζωή ως μια διαρκή εξελισσόμενη διαδικασία. Αποκτά εμπιστοσύνη στον εαυτό του, απαλλάσσεται από την εμμονική ανάγκη αποδοχής από τους άλλους, εσωτερικεύοντας έτσι την εστία αξιολόγησης του, κάνει ελεύθερες επιλογές και παίρνει την ευθύνη για αυτές και τα επακόλουθα τους, γίνεται αυτόνομο, πιο λειτουργικό και κοινωνικό, με μια λέξη «πρόσωπο».

Η Προσωποκεντρική θεραπεία βασίζεται στην πεποίθηση, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη παρακινείται από την τάση πραγμάτωσης, δηλαδή την έμφυτη τάση του οργανισμού να χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες του για τη συντήρηση και την προαγωγή της ολόπλευρης ανάπτυξης του. Επομένως, τα μέσα που χρειάζεται για να κάνει αλλαγές υπάρχουν ήδη μέσα του.

Η επίτευξη αυτών των αλλαγών προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένων ευνοϊκών συνθηκών. Το 1957 ο Carl Rogers δημοσίευσε τις «Αναγκαίες και Επαρκείς Συνθήκες της Θεραπευτικής Αλλαγής», οι οποίες έχουν ως εξής :

  • Δύο πρόσωπα βρίσκονται σε επαφή
  • Ο πρώτος που θα ονομάσουμε «πελάτη», βρίσκεται σε κατάσταση ασυμβατότητας, είναι ευάλωτος ή αγχωμένος
  • Ο δεύτερος, τον οποίο θα ονομάσουμε σύμβουλο, είναι αυθεντικός και ολόκληρος μέσα στη σχέση
  • Ο σύμβουλος βιώνει άνευ όρων θετική αποδοχή για τον πελάτη
  • Ο σύμβουλος βιώνει μια ενσυναισθητική κατανόηση του εσωτερικού πλαισίου αναφοράς του πελάτη και προσπαθεί να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση του πελάτη
  • Η επικοινωνία της ενσυναισθητικής κατανόησης και της άνευ όρων αποδοχής του συμβούλου στον πελάτη επιτυγχάνεται τουλάχιστον ως ένα ελάχιστο βαθμό

Οι παραπάνω συνθήκες είναι απαραίτητες προκειμένου να δημιουργηθεί το κλίμα εμπιστοσύνης που απαιτείται για μια ουσιαστική συνάντηση θεραπευτή-πελάτη και για την ανάπτυξη μια βαθιάς σχέσης μεταξύ τους. Σε αυτή την μοναδική σχέση βασίζεται η Προσωποκεντρική θεραπεία.


ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ – ΚΕΝΤΡΟ ΥΠΑΡΞΗ

ΑΡΘΡΟ 1, ΣΚΟΠΟΣ

Ο σκοπός αυτού του κώδικα, είναι:

1.1   Να διερευνήσει τα ηθικά θέματα που αφορούν τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.

1.2   Να θέσει κανόνες άσκη­σης της εκπαίδευσης.

1.3  Να ενημερώσει και να προστατεύσει όλους όσους θα φοιτήσουν στο παρόν Κέντρο.

1.4 Να θέσει αρχές καλής συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτών, ώστε να καλλιεργηθεί κλίμα συμβατό με την φιλοσοφία της Προσέγγισης.

1.5 Να διασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλύτερη και δεοντολογική κατάρτιση των σπουδαστών και άρα να διαφυλάξει και να προωθήσει την δεοντολογική άσκηση του επαγγέλματος του συμβούλου.

1.6 Να εφαρμόσει τις δεοντολογικές αρχές των αρμοδίων συλλόγων (ΕΕΣ, ΕΕΨΕ, EAC, ΕΠΒΕ, WAPCEPC) στην εκπαιδευτική διαδικασία.

ΑΡΘΡΟ 2, ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

2.1 Σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα

2.2 Ελευθερία στην μάθηση, προαγωγή της επαγγελματικής γνώσης για τους σπουδαστές και το εκπαιδευτικό προσωπικό

2.3 Ευθυγράμμιση με τις 5 αρχές της δεοντολογίας (Kitchener 1984), αυτονομία, ευεργεσία, μη-βλαπτικότητα, δικαιοσύνη, πίστη

2.4 Συνεχής βελτίωση κι εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού προγράμματος

2.5 Εχεμύθεια

2.6 Διαφάνεια, ακεραιότητα και δημοκρατικές διαδικασίες

2.7 Ισονομία για όλους τους εκπαιδευόμενους

ΑΡΘΡΟ 3, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΕΣ/ΤΡΙΕΣ

3.1 Οι εκπαιδεύτριες/ες χρειάζεται να μεταδίδουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους, προς όφελος των σπουδαστών/τριων, αλλά και των λοιπών συναδέλφων τους.

3.2  Οι εκπαιδευτές/τριες χρειάζεται να βελτιώνουν διαρκώς τις δεξιότητες, γνώσεις και θέσεις τους, ώστε να διευκολύνουν την γνώση και να προάγουν ένα κλίμα ισοτιμίας και συνεργασίας, πιστό στην φιλοσοφία της Προσωποκεντρικής προσέγγισης.

3.3 Οι εκπαιδεύτριες/ες οφείλουν να ασκούν την συμβουλευτική ακολουθώντας τον κώδικα δεοντολογίας και τον παρόντα κώδικα, με διαρκή εποπτεία, επαγγελματική και προσωπική ανάπτυξη

3.4 Οι εκπαιδευτές/τριες όλων των βαθμίδων οφείλουν να συμμετέχουν στις εκπαιδευτικές εποπτείες, που παρέχει το Κέντρο και στις διάφορες συναντήσεις προσωπικού

3.5 Η αξιολόγηση των σπουδαστών χρειάζεται να διέπεται από δικαιοσύνη, συναίνεση, σαφήνεια και ακεραιότητα και να ακολουθεί τις διαδικασίες του Κέντρου και του παρόντος κώδικα. Οι εργασίες των εκπαιδευόμενων δεν βαθμολογούνται, αλλά συζητιούνται μαζί τους, με την μορφή tutoring, προάγοντας την γνώση, την βαθιά κατανόηση της θεωρίας και την σύνδεση της με προσωπικά βιώματα.

3.6 Οι εκπαιδεύτριες/ες δεν μπορούν να αναλαμβάνουν ρόλο θεραπευτή ή επόπτριας σε εκπαιδευόμενους τους. Αυτό μπορεί να συμβεί, υπό προϋποθέσεις,  μόνο αφού περάσει ένας χρόνος από την πλήρη αποφοίτηση του εκπαιδευόμενου/ης.

3.7 Οι οποιεσδήποτε προσωπικές σχέσεις εκπαιδευτριών/ων με σπουδαστές/τριες της ομάδας που εκπαιδεύουν δεν επιτρέπονται. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, χρειάζεται να ενημερωθούν οι επόπτριες της σχολής, για να παρθούν διορθωτικά μέτρα.

3.8 Οι ερωτικές σχέσεις αποθαρρύνονται μέσα στην εκπαιδευτική ομάδα και δεν συνάδουν με τον κώδικα δεοντολογίας. Αυτό αφορά τόσο στην σχέση εκπαιδευτριών/ων με τους/τις εκπαιδευόμενες/ους, όσο και τις σχέσεις τους με συναδέλφους. Σε περίπτωση που προκύψει κάτι τέτοιο, χρειάζεται να ενημερωθεί άμεσα η δεοντολογική επιτροπή της σχολής, ώστε να παρθούν τα κατάλληλα μέτρα. Ο στόχος της ενημέρωσης, δεν είναι τιμωρητικός, αλλά επανορθωτικός.

3.9 Στην εκπαιδευτική ομάδα προσέγγισης (αφορά την εκπαίδευση στην συμβουλευτική), οι εκπαιδευτές/τριες είναι σταθερές, για να διασφαλιστεί η συνέχεια και η βιωματική διαδικασία με το καλύτερο δυνατό τρόπο. Στα μαθήματα κορμού, ενώ υπάρχει ένας βασικός υπεύθυνος εκπαιδευτής, σταθερός για όλες τις εκπαιδευτικές ομάδες, προσκαλούνται και άλλοι καταξιωμένοι στον χώρο επαγγελματίες, με εξειδικεύσεις, που θα διασφαλίσουν την αρτιότερη κατάρτιση των σπουδαστών/τριών.

3.10 Οι εκπαιδεύτριες/ες διακρίνονται σε τρεις βαθμίδες, αναλόγως της εμπειρίας τους. Στην trainee βαθμίδα ανήκουν οι εκπαιδεύτριες/ες που εκπαιδεύονται επί 3 (τουλάχιστον) έτη σε μια εκπαιδευτική ομάδα. Για να επιλεγεί κάποιος/α σαν trainee χρειάζεται να έχει θεραπευτική εμπειρία, δεοντολογική στάση και προσωπικότητα, που συνάδει με την φιλοσοφία της σχολής και να συμφωνούν για την επιλογή οι senior εκπαιδεύτριες και ο διευθυντής της σχολής.  Μετά την τριετία και με εισήγηση του υπεύθυνου εκπαιδευτή/τριας της ομάδας γίνονται junior, για μια ακόμα τριετία και μετά με την ίδια διαδικασία θεωρούνται senior και έχουν την δυνατότητα να αναλάβουν σαν υπεύθυνες/οι εκπαιδεύτριες/ες μια εκπαιδευτική ομάδα.

ΑΡΘΡΟ 4, ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΜΕΝΟΙ/ΕΣ

4.1 Οι εκπαιδευόμενοι/ες οφείλουν να ακολουθούν τον Εκπαιδευτικό Κώδικα της Σχολής όπως και τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας. Επίσης οφείλουν να είναι ειλικρινείς στην αρχική συνέντευξη εισαγωγής στο πρόγραμμα. Σε περίπτωση απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων, η σχολή επιφυλάσσεται να λάβει μέτρα.

4.2 Οι εκπαιδευόμενοι/ες οφείλουν να είναι ενήμεροι/ες για το περιεχόμενο του Οδηγού Σπουδών.

4.3 Οι εκπαιδευόμενοι/ες καλούνται να σέβονται τους κανονισμούς που θέτει η εκάστοτε Εκπαιδευτική Ομάδα.

4.4 Οι εκπαιδευόμενοι/ες οφείλουν να έχουν εχεμύθεια και να τηρούν το απόρρητο σε ό,τι λέγεται εντός της Ομάδας.

4.5 Οι εκπαιδευόμενοι/ες καλούνται να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους απέναντι στη Σχολή (αναλυτικά στον Οδηγό Σπουδών).

4.6 Οι εκπαιδευόμενοι/ες χρειάζεται στα πλαίσια της εκπαίδευσης τους να κάνουν προσωπική συμβουλευτική και εποπτεία με Προσωποκεντρικό Σύμβουλο, εγκεκριμένο από την σχολή .

4.7 Οι εκπαιδευόμενοι/ες καλό είναι να αποφεύγουν την ανάπτυξη διπλών ρόλων.

4.8 Οι εκπαιδευόμενοι/ες δεν επιτρέπεται να συνάψουν ερωτικές  σχέσεις μεταξύ τους,  και με τους/τις εκπαδευτές/τριες τους. Σε περίπτωση που προκύψει κάτι τέτοιο, οφείλουν να ενημερώσουν άμεσα την σχολή, ώστε να παρθούν τα κατάλληλα μέτρα, για να προστατευτούν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και να διασφαλιστεί η διαδικασία εκπαίδευσης.

4.9 Οι εκπαιδευόμενοι/ες καλούνται να αποδεχτούν  και να εμπιστευτούν τυχόν αποφάσεις των εκπαιδευτών/τριών. Οι αποφάσεις αυτές, παίρνονται, στον βαθμό του δυνατού, μετά από διάλογο και συναίνεση με τα εμπλεκόμενα μέρη.

4.10 Οι εκπαιδευόμενοι/ες δικαιούνται υποστήριξης από τους Εκπαιδευτές/τριες σε σχέση με τις σπουδές τους και με την διαδικασία της πρακτικής τους. Επίσης δικαιούνται να αντιμετωπίζονται με σεβασμό στην προσωπικότητα και την διαφορετικότητα τους, με ισονομία, δικαιοσύνη και αποδοχή.

4.11 Οι εκπαιδευόμενοι/ες σε περίπτωση διαφωνίας με τους Εκπαιδευτές/τριες έχουν δικαίωμα να απευθυνθούν στην Επιτροπή Δεοντολογίας του Κέντρου, που αποτελείται από τον Διευθυντή του Κέντρου και τις Senior Εκπαιδεύτριες.

ΑΡΘΡΟ 5, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

5.1 Οι λειτουργικές διαδικασίες της σχολής είναι ξεχωριστές και διακριτές: ο διευθυντής έχει την αποκλειστική ευθύνη της διοικητικής και οικονομικής διαχείρισης. Η ομάδα των εκπαιδευτών είναι υπεύθυνη για την ακαδημαϊκή και εκπαιδευτική διαδικασία, το πρόγραμμα σπουδών και την αξιολόγηση των εκπαιδευόμενων. Και τα δύο μέρη συνεργάζονται στις συναντήσεις προσωπικού για την βέλτιστη λειτουργία της σχολής.

5.2 Η ένταξη εκπαιδευόμενων στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα (εφόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, π.χ. ηλικιακό όριο, υποβολή βιογραφικού), γίνεται μετά από συνέντευξη με τους εκπαιδευτές/τριες

5.3 Τα γραπτά αιτήματα (emails) των σπουδαστών πρέπει να απαντώνται από τους εκπαιδευτές τους, το αργότερο εντός 48 ωρών.

5.4 Μία φορά τον χρόνο διοργανώνεται από την σχολή μια «συνάντηση κοινότητας», με συμμετοχή όλου του εκπαιδευτικού προσωπικού και εκπαιδευόμενων από όλες τις τρέχουσες εκπαιδευτικές ομάδες. Ο στόχος της συνάντησης είναι η βελτίωση του προγράμματος (2.4 του παρόντος κωδικα), δίνοντας μια ευκαιρία στους σπουδαστές/τριες  να προτείνουν ιδέες, αλλά και να μοιραστούν οι παλιότεροι την εμπειρία τους με τους νεότερους.

5.5 Οι Εκπαιδευτές χρειάζεται να συμμετέχουν στις τακτικές διμηνιαίες συναντήσεις προσωπικού (ή σε έκτακτες αν παραστεί ανάγκη) και στις εποπτείες εκπαιδευτών/τριών, που παρέχει η σχολή.

5.6 Οι εξωτερικοί συνεργάτες, που προσφέρουν θεραπεία ή εποπτεία στους σπουδαστές/τριες, δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν άνω των τριών ατόμων από την ίδια εκπαιδευτική ομάδα. Τα διαπιστευτήρια τους ελέγχονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο ως προς την επαγγελματική τους επάρκεια, όσο και ως προς την δεοντολογική τους στάση.

5.7 Οι σπουδαστές/τριες έχουν το δικαίωμα άσκησης παραπόνων. Τα σχόλια τους χρειάζεται να είναι γραπτά και να απευθύνονται στον διευθυντή της σχολής και τον senior εκπαιδευτή τους. Το αίτημα τους, θα εξετάζεται από την δεοντολογική επιτροπή της σχολής, που αποτελείται από τον διευθυντή και τους senior εκπαιδευτές της σχολής. Σε περίπτωση, που το παράπονο αφορά εκπαιδευτή/τρια, αυτός/η ενημερώνεται, εξαιρείται από την επιτροπή δεοντολογίας, αν συμμετέχει, αλλά παρίσταται στην συνάντηση για την εξέταση του παραπόνου, όπου ακούγονται όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

5.8 Ο οδηγός σπουδών ορίζει τις προϋποθέσεις αποφοίτησης. Δίνεται η δυνατότητα αποφοίτησης μέχρι 3 έτη το ανώτερο από την λήξη του προγράμματος. Η παράταση αυτή δίνεται από τους αρμόδιους εκπαιδευτές, για να διευκολύνει τους σπουδαστές σε ειδικές περιπτώσεις και δεν μπορεί να θεωρηθεί κανόνας. Σε κάθε άλλη περίπτωση η εκπαίδευση χρειάζεται να ολοκληρώνεται το αργότερο 1 έτος μετά την λήξη των 3 ετών του προγράμματος.

5.9 Η τελική αξιολόγηση των εκπαιδευόμενων (όπως αναφέρεται και στον οδηγό σπουδών) γίνεται με την διαδικασία αυτό-αξιολόγησης (αξιολόγηση 360ο). Πέραν των προϋποθέσεων που ορίζει ο οδηγός σπουδών, ο/η εκπαιδευόμενος/η χρειάζεται να έχει την έγκριση των εκπαιδευτριών/των του, ότι είναι έτοιμος/η να ασκήσει δεοντολογικά και με επάρκεια το επάγγελμα της συμβουλευτικής. Σε περίπτωση αμφιβολιών, η σχολή μπορεί είτε α) να προτείνει συμπληρωματικά μέτρα εκπαίδευσης είτε β) να αρνηθεί την απονομή πτυχίου, παρέχοντας μόνο μια βεβαίωση παρακολούθησης.